Τελευταία Νέα - Last News

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

ΜΥΣΤΗΡΙΟ - «ΙΕΡΟ» Έγκλημα στον Καυτό Λυκαβηττό του 1991!!!

Ο Αύγουστος των άγριων εγκλημάτων


   Μία ζεστή νύχτα του Αυγούστου του 1991 έγινε ένα μεγάλο έγκλημα, που είχε ως αποτέλεσμα ένα θύμα και μία κοινωνία που ταράχτηκε σε τέτοιο βαθμό που ο Λυκαβηττός άρχισε σιγά σιγά από μόνος του να. . . κρυώνει!
   Εκεί στο όμορφο νεοκλασικό της οδού Μάρκου Ευγενικού 14, βρέθηκε στραγγαλισμένη η περίφημη και πιο διάσημη ιερόδουλη της Ελλάδας, η λάγνα κι ερωτιάρα Γαβριέλλα, ανάμεσα σε πεταμένα ρούχα, εσώρουχα και σεντόνια. 
   Ήταν 75 χρονών (τα είχε τα χρονάκια της) και είχε ζήσει μέχρι τότε πολλά στην ζωή της. Ειδικά βέβαια τον αχαλίνωτο έρωτα, για τον οποίο «θυσίασε» το κρεβάτι της, για τον ιερό σκοπό της εκμάθησης του σε γενιές και γενιές Ελλήνων «προσκυνητών». 
   Από το κρεβάτι της φυσικά δεν έλειπαν και οι διάσημοι κύριοι της πόλεως των Αθηνών (κι όχι μόνο) που για παραπάνω από μισό αιώνα το επισκέπτονταν, για να διδαχθούν τον θεό έρωτα από τα κάλλη της ιέρειας του, αυτής της καταγόμενης από την άγρια ομορφιά της ποθητής Κριμαίας. 
   Η μοίρα, όμως, της ξακουστής Γαβριέλλας, έμελλε ακόμη και μετά το τέλος της ζωής της, να συνεχίσει ν' απασχολεί με το μυστήριο του θανάτου της τον κόσμο του Λυκαβηττού, αλλά και με την ηδονική ιστορία της και τις νέες γενιές των Ελλήνων. . . εραστών! 

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Τοπωνύμια Κολωνακίου


Τοπωνύμια Κολωνακίου


Το Κολωνάκι, που συνορεύει με τη Νεάπολη, την «περιοχή Ανακτόρων», την «περιοχή Χίλτον» και τους Αμπελόκηπους, δεν είναι παρά οι νότιες και ανατολικές υπώρειες του Λυκαβηττού. Ιδού μια επιλογή από παλιά και νεότερα τοπωνύμια και τοπόσημά του:    
Άγιος Διονύσιος. Η εκκλησία της Σκουφά. Πρωτοχτίστηκε μικρή το 1885, μεγάλωσε πολύ αργότερα.
Άγιος Νικόλαος. Αρχικά εκκλησάκι του (τότε) Πτωχοκομείου. Σήμερα: μεταξύ Υψηλάντου, Πλουτάρχου και Βασ. Σοφίας.
Αγιώργης. Παλιότερα όλος ο λόφος που μετονομάστηκε σε Λυκαβηττό, σήμερα μόνο το εκκλησάκι στην υπώρειές του.
Αϊ-Σιδερέας. Η λαϊκή εκφορά του ονόματος για το εκκλησάκι των Αγίων Ισιδώρων, στη νοτιοδυτική πλευρά του Λυκαβηττού.
Αλάνα. Βόρεια του σημερινού τελεφερίκ.
Αλωνάκι. Ήταν περίπου στο σημερινό 401, χαμηλά, προς τη Βασ. Σοφίας.
Αμερικάνικη πρεσβεία. Έγινε σε τμήμα των Παραπηγμάτων. Περίφημο έργο του Γκρόπιους (1961), σχολή Μπάουχαουζ. «Σύνορο» προς τους Αμπελόκηπους.
Αβησσυνία. Το τετράγωνο βόρεια της πλατείας Κολωνακίου.
Αναλαμπή. Πλατωματάκι κοντά στη Δεξαμενή.
Αναπήρων πολέμου. Μικρός συνοικισμός ανάμεσα στη Μονή Πετράκη και τα Παραπήγματα. Εκεί δόθηκαν οικόπεδα σε αναπήρους. Υπάρχει και ο σχετικός δρόμος.
Αργυρόπουλου θεατράκι. Ήταν στη Δεξαμενή προπολεμικά.
Βασιλίσσης Σοφίας. Ήταν κομμάτι της λεωφόρου Κηφισιάς (πρώην δρόμος του Μαραθώνα), που έφτανε μέχρι το Σύνταγμα. Η μετονομασία έγινε κατά το μεσοπόλεμο.
Βατραχάκια. Στη νοτιοανατολική πλευρά του Ευαγγελισμού, σημερινές Μαρασλή και Υψηλάντου.
Βουκουρεστίου (πρώην Αγχέσμου). Ο πλέον κυριλέ πεζόδρομος της συνοικίας.
«Βυζάντιον». Περίφημο καφενείο-τοπόσημο, στη μεταπολεμική πλατεία Κολωνακίου.
Γεννάδιος (νοείται: Βιβλιοθήκη). Περίφημο κτίριο-ίδρυμα επί της οδού Σουηδίας.
Δεξαμενή. Από την αρχαία δεξαμενή του Αδριάνειου Υδραγωγείου, που ξαναλειτούργησε το 19ο αιώνα. Συν νεότερη δημοτική δεξαμενή. Και η σχετική πλατεία, και ομώνυμο θερινό σινεμά.
Δοξιάδη. Μοντέρνο κτίριο της ομώνυμης σχολής στο τέρμα της οδού Λυκαβηττού (1958).
ΕΑΤ/ΕΣΑ. Στρατόπεδο και χώρος βασανιστηρίων επί χούντας, σε τμήμα των Παραπηγμάτων, σήμερα «Πάρκο Ελευθερίας».
«Έβερεστ». Τοπόσημο επί της Τσακάλωφ, το πρώτο της αλυσίδας.
Ελιά. Ανάμεσα στα (μεταγενέστερα) τοπόσημα Μαράσλειο και καφενείο-πλατεία «Τ’ όμορφο».
«Ευαγγελισμός». Το γνωστό μέγα νοσοκομείο (ολοκλήρωση 1884). Ομώνυμο πάρκο και σταθμός του μετρό.
Θέατρο. Εμβληματικό και διατηρητέο έργο του Τάκη Ζενέτου (1967), πάνω στο λατομημένο ίσωμα του Λυκαβηττού.
«Καφέ τσουράπι». Παλιό καφενείο στο τέρμα της Σίνα, που ονομάτισε την περιοχή.
Κατσικάδικα. Εκεί όπου είναι σήμερα η Γεννάδιος Βιβλιοθήκη.
Κολωνάκι. Από ένα εξαγνιστικό κολωνάκι (επίκεντρο μαγικών - θρησκευτικών τελετουργιών) που βρέθηκε στη Δεξαμενή, αλλά μεταφέρθηκε και βρίσκεται σήμερα στην πλατεία Κολωνακίου (επισήμως: Ξάνθου).
Κουκά. Ανθρωπωνύμιο οικοδόμου και πιθανώς λατόμου, που έγινε τοπωνύμιο επί του Λυκαβηττού.
Λεύκα. Ήταν ανάμεσα στη Δεξαμενή και το Μαράσλειο.
Λυκαβηττός. Λόφος 174 μέτρων. Ο Μπίρης δέχεται ως επικρατέστερη την πελασγική προέλευση «Λουκαμπεττού», δηλαδή μαστοειδές ύψωμα. Το σχήμα αυτό πήγε περίπατο, λόγω λατόμευσης.
Μαράσλ(ε)ιο. Το περίφημο σχολείο πάνω από τον «Ευαγγελισμό» (1924), που χτίστηκε με χρήματα του ευεργέτη Γρηγόρη Μαρασλή. Η ομώνυμη οδός λεγόταν νωρίτερα Αριστομένους.
Μάντρα του Μόλλα. Θεατράκι στη Δεξαμενή, όπου επί δεκαετίες ο περίφημος ομώνυμος καραγκιόζης.
Μέγαρο (νοείται: Μουσικής). Και σταθμός του μετρό. Σε τμήμα των Παραπηγμάτων.
Μέρλιν/Σέκερη. Συγκρότημα επιταγμένων αρχοντόσπιτων, σήμερα κατεδαφισμένων, όπου στην κατοχή τα κρατητήρια των Ες ες. Το νόημα των δύο οδωνυμίων ήταν «κολαστήριο» .
Μονή Πετράκη. Ο ελέω Τούρκων καταπατητής-ιδιοκτήτης του μεγαλύτερου μέρους του Κολωνακίου και των Αμπελοκήπων, αν όχι του μεγαλύτερου μέρους της Αττικής. Σήμερα: μεταξύ Γενναδίου, Ευζώνων, Ιασίου.
Μπιντές. Περίφημο παρτέρι σε σχήμα λεκάνης μπιντέ, δίπλα στην πλατεία Κολωνακίου του ’60.
Ναυτικό νοσοκομείο. Στην οδό Δεινοκράτους, σε τμήμα από τα παλιά Παραπήγματα.
Νίμιτς. Το παλιό Στρατ. Νοσοκομείο 401, στη Βασ. Σοφίας. Επίσης στα πρώην Παραπήγματα.
«Ντόλτσε». Καφέ-ζαχαροπλαστείο στη Σκουφά, το σημερινό «Φίλιον».
Νταμάρι του Μυκονιάτη. Το μεγαλύτερο απ’ όσα ξεκοίλιασαν τον Λυκαβηττό. Από την πέτρα του Μυκονιάτη και του Στρέφη χτίστηκε όλη η νεοκλασική Αθήνα.
Παλιό Δασκαλιό. Da skalio, στα σκαλιά. Στην παλιά Δεξαμενή.
Παράγκα. Στη γωνία των σημερινών Βασ. Σοφίας και Γενναδίου.
«Παράδεισος». Περίφημο εξοχικό κέντρο στην παλιά Δεξαμενή.
Παραπήγματα. Α) Τεράστιος στρατιωτικός χώρος που εκτεινόταν από τη σημερινή οδό Γέλωνος μέχρι σχεδόν τον Ευαγγελισμό, με μέτωπο προς τη Βασ. Σοφίας. Β) Η στρατιωτική φυλακή στον ίδιο χώρο.
Πάρκο Ελευθερίας. Το πρώην ΕΑΤ/ΕΣΑ.
Πατριάρχου Ιωακείμ. Ο κεντρικός εμπορικός δρόμος της συνοικίας. Παλιό όνομα: Κυνοσάργους (από λανθασμένη ταύτιση του αρχαίου τοπωνυμίου).
Πειραματικό. (= Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Αθηνών), Σκουφά και Λυκαβηττού. Όπου, από το 1929, δοκιμάζονται (;) νέες εκπαιδευτικές μέθοδοι.
Πλατεία Σκιστής Πέτρας. Μικρό πλάτωμα επί της οδού Αναγνωστοπούλου. Σήμερα πλατεία Λυκαβηττού.
Πολυκατοικία. Του Μαντζαβελάκη στην Κλεομένους. Επί χρόνια δεν υπήρχε άλλη στον Λυκαβηττό.
Πολυκατοικίες του Κιτσίκη. Μεσοπολεμικά εμβληματικά κτίσματα επί της Βασ. Σοφίας, μεταξύ Μονής Πετράκη και Γενναδίου. Σώζονται.
«Πράσινη τέντα». Ομώνυμο κεντράκι και περιοχή στον Λυκαβηττό.
Πτωχοκομείο. Ήταν στο οικόπεδο όπου είναι σήμερα η Βρετανική Πρεσβεία. Η σχετική οδός λέγεται τώρα Υψηλάντου.
Σίνα (πρώην Οφθαλμιατρείου). «Σύνορο» με τη Νεάπολη.
Σκιστή Πέτρα/Σκιστό. Παραβούνι του Λυκαβηττού ανάμεσα στη Γερμανική Εκκλησία και στη Σχολή Δοξιάδη. Η σχετική οδός λέγεται σήμερα Αναγνωστοπούλου.
Σπηλιά πουτάνας. Στον Λυκαβηττό, ανάμεσα στα τελευταία σπίτια και τον πεζόδρομο του Αγιώργη.
Σκομπία. Σκωπτική ονομασία που περιλάμβανε Κολωνάκι, Σύνταγμα και Ανάκτορα κατά τα Δεκεμβριανά. Από το όνομα του Βρετανού στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι, που έλεγχε με τις δυνάμεις του την περιοχή, μαζί με την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου.
Τελεφερίκ. Το πλάτωμα στο τέρμα της οδού Πλουτάρχου, όπου η είσοδος για το υπόγειο τρενάκι του Λυκαβηττού.
«Τ’ όμορφο». Παλιό καφενείο και πλατειούλα πίσω από τη Γεννάδιο, μεταξύ Δεινοκράτους και Ξενοκράτoυς. Σήμερα: πλατεία Δάντη.
Χεζοπόταμο. Χείμαρος από τη μέση της σημερινής Βουκουρεστίου και κατηφορικά, που χυνόταν στον Βοϊδοπνίχτη (σημερινή οδό Σταδίου). Άλλως, Κουραδόρεμα.
Κύριες πηγές
Μαργαρίτα Δρίτσα, «Λυκαβηττός και Δεξαμενή». Φερενίκη, Αθήνα 2004
Κώστας Καιροφύλλας, «Τοπωνύμια της Αθήνας, του Πειραιά και των περιχώρων». Φιλιππότης, Αθήνα 1995
Κώστας Μπίρης, «Αι τοπωνυμίαι της πόλεως και των περιχώρων των Αθηνών». Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, γ΄ έκδοση, Αθήνα 2006
Αναστάσιος Παππάς, «Κολωνάκι - Λυκαβηττός. Ένας σύντομος ιστορικός περίπατος στο παρελθόν». Σύλλογος των Αθηναίων, Αθήνα 1991
Λουκάς Τράγαλος, «Τα διαβολόπαιδα του Αγίου Διονυσίου. Περίοδος 1904 - 1914», Αθήνα 1960
Ζάχος Χατζηφωτίου, «Το Κολωνάκι πριν την άλωση», Λούση Μπρατζιώτη, Αθήνα 2003.

d.fyssas@gmail.com

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

1886 - Ο Λυκαβηττός με τα μάτια του. . . Τσίλλερ!






    Η διαμόρφωση του τοπίου του Λυκαβηττού, 1886. Ένα ζωγραφικό σχέδιο του Τσίλλερ που περιλαμβάνει αναπαυτήρια, «σκιάς μετά γεφύρας», «υδροτεχνάσματα», εξέδρες, στοές, πανόραμα, «δροσιστικά ενδιαιτήματα». Σχέδιο που δυστυχώς δεν εκτελέστηκε ποτέ.   .   .

ΥΓ: Εντός των επόμενων ημερών αναμένατε το πλήρες αφιέρωμα για τα σχέδια του Τσίλλερ, για τον περίφημο λόφο μας.


Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Γιαννούλης Χαλεπάς – Η Ζωή του και το Έργο του!



Όταν ο Χαλεπάς Σκιτσάρει τον.   .   . Γιαννούλη!


Γιαννούλης Χαλεπάς –

Η Ζωή του και το Έργο του


   Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε στον Πύργο της Τήνου στις 14 Αυγούστου 1851 και πέθανε στον Λυκαβηττό στις 15 Σεπτεμβρίου 1938. Είναι ο πιο διακεκριμένος γλύπτης της νεότερης Ελλάδας.


Η Ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά


   Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων Τηνιακών μαρμαρογλυπτών. Ο πατέρας του, Ιωάννης, και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά. Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, είχε έφεση στην μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε ο τελευταίος για διάφορες εκκλησίες. Οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, αλλά ο ίδιος τελικά αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική.
   Από το 1869 έως το 1872, μαθήτευσε στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) με δάσκαλο τον Λεωνίδα Δρόση. Το 1873 έφυγε για το Μόναχο με υποτροφία του Πανελλήνιου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν (Max von Windmann). Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Μόναχο, εξέθεσε τα έργα του Το παραμύθι της Πεντάμορφης και Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα, για τα οποία και βραβεύθηκε. Παρουσίασε επίσης τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, μαζί με το ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, στην Έκθεση των Αθηνών το έτος1875.
   Το 1876 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο. Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης.
   Τον χειμώνα του 1877 προς 1878, ο Χαλεπάς υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ' επανάληψη να αυτοκτονήσει. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, με την ψυχολογία και την ψυχιατρική ακόμα στα πρώτα τους στάδια, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη. Έτσι οι γονείς του τον έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία, για να συνέλθει, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στην σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο.
   Καθώς η κατάστασή του επιδεινώνονταν συνεχώς, το 1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί του αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στο Ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριο του.      Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942.
   Το 1901, πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά, η μητέρα του πήγε στο Ψυχιατρείο για να τον πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, η μητέρα του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με την γλυπτική, σε σημείο που αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό εκείνη το κατέστρεφε.
   Όταν πέθανε η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με την γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο.
   Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του, αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του, τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκογκ», τον «Ροντέν» ή τον «Πικάσο» των νεωτεριστών καλλιτεχνών. Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων του στο Άσυλο Τέχνης, και το 1930, με την επιμονή μιας ανεψιάς του, ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.
   Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του κοντά στους δικούς του, πάντα δημιουργικός και «μέσα στην πανελλήνια δόξα».


Το Έργο του Γιαννούλη Χαλεπά



   Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν και παραμένει μια κορυφαία μορφή στην νεότερη ελληνική Τέχνη. Τα έργα του — εκ των οποίων περισώθηκαν περίπου 150 — είναι κλασικά στην σύλληψή τους. Ωστόσο, κατά τον Στάντη Ρ. Αποστολίδη, η γεωμετρικότητα αυτών των έργων προϊδεάζει νεωτερικές τάσεις.
   Εκείνο πάντως που μπορεί να εκτιμήσει και ο πιο ανίδεος παρατηρητής των γλυπτών του Χαλεπά είναι η εκφραστικότητα των προσώπων και των σωμάτων — είτε πρόκειται για έναν Σάτυρο, είτε για την Μήδεια με τα παιδιά της, είτε πρόκειται για την νεαρή Κοιμωμένη. Από αυτή την άποψη ο Χαλεπάς στέκεται ισάξιος ενός Ροντέν. Το έργο του "Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα" (1877)είναι φτιαγμένο από μάρμαρο ύψους 1,35 μ. και βρίσκεται στην Εθνική Γλυπτοθήκη στην Αθήνα. Σ' αυτό το νεανικό έργο του ο Χαλεπάς συνδυάζει την παράδοση της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής με στοιχεία από το ρομαντισμό και το ρεαλισμό.

    Από την άλλη πλευρά, αυτά που έλεγαν οι νεωτεριστές καλλιτέχνες και τεχνοκριτικοί του μεσοπολέμου — πως ήταν πρωτοπόρος σαν τον Πικάσο και τους κυβιστές και άλλα όμοια — μοιάζουν μάλλον υπερβολικά. Το γιατί ειπώθηκαν αυτές οι υπερβολές, θα πρέπει μάλλον να το αποδώσουμε στην προσπάθεια των νεωτεριστών να εδραιώσουν την δική τους στροφή προς την ψυχανάλυση, τον υπερρεαλισμό και όλες τις παρόμοιες καλλιτεχνικές τάσεις μέσα από το παράδειγμα του «αναρρώσαντος φρενοβλαβούς» Χαλεπά. Πάντως η νεοελληνική γλυπτική βρήκε την κορυφαία έκφρασή της στο έργο του Γιαννούλη Χαλεπά, που εξελίχτηκε αργότερα σε έναν εντελώς προσωπικό δημιουργό μοναδικής ποιότητας.